Ν.Ε. ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής Βοιωτίας - ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗ ΑΔΙΑΦΟΡΙΑ Ή ΕΜΠΑΙΓΜΟΣ;
Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΗΜΕΡΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ
Η ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΣΗΜΕΡΑ ΞΕΚΙΝΑ ΑΠΟ ΤΗ ΘΗΒΑ ΚΑΙ ΤΗ ΒΟΙΩΤΙΑ
📌 Διαβάστε το
επιστημονικό άρθρο της Χάρις Γιαννοπούλου, πυρηνικής ιατρού και μέλους της
Κίνησης για την Προστασία των Νησίδων, το οποίο εξετάζει αυτά τα ζητήματα: https://tinyurl.com/diktyapyrkagies
Τα τελευταία χρόνια η διεθνής επιστημονική έρευνα έχει
αναδείξει μια σειρά από μηχανισμούς μέσω των οποίων τα ηλεκτρικά δίκτυα και οι
ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις μπορούν να προκαλέσουν ανάφλεξη: επαφή αγωγών
μεταξύ τους ή με τη βλάστηση, πτώση και θραύση αγωγών, ηλεκτρικά τόξα, αστοχίες
μονωτήρων και άλλες τεχνικές βλάβες. Όταν οι υποδομές αυτές βρίσκονται σε
περιοχές με υψηλό φορτίο καύσιμης ύλης, ισχυρούς ανέμους και ακραίες
θερμοκρασίες, τότε εμφανίζεται τεράστιος κίνδυνος για την έναρξη πυρκαγιών.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην Ελλάδα, όπου η
ενεργειακή ανάπτυξη, κυρίως αιολικών και φωτοβολταϊκών, επεκτείνεται ταχύτατα
σε ορεινές, δασικές και προστατευόμενες περιοχές και συνοδεύεται από ένα ολοένα
μεγαλύτερο δίκτυο γραμμών μεταφοράς, υποσταθμών, δρόμων και εγκαταστάσεων
αποθήκευσης.
Τα τελευταία έτη στην Ελλάδα έχουν καταγραφεί αρκετές
μεγάλες πυρκαγιές, η έναρξη των οποίων έχει αποδοθεί στο ηλεκτρικό δίκτυο. Το
πιο πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στη Νότια Βοιωτία
και επεκτάθηκε προς το Πόρτο Γερμενό και το Όρος Πατέρας. Το περιστατικό αυτό
συνδέθηκε κατά την έρευνα με γραμμή μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας προς αιολικό
σταθμό και ήδη έχουν κινηθεί νομικές διαδικασίες κατά των υπευθύνων και έχει
διαταχθεί η παύση λειτουργίας της εγκατάστασης.
Αν ανατρέξουμε σε προηγούμενα έτη, τα περιστατικά μεγάλων
πυρκαγιών που ξεκίνησαν από το ηλεκτρικό δίκτυο ή ηλεκτρικές εγκαταστάσεις
είναι πολύ περισσότερα. Σε αυτά συγκαταλέγονται οι πυρκαγιές σε Βαρυμπόμπη /
Τατόι (2021), Δυτική Πάρνηθα (2023), Βαρνάβα (2024), Βόρεια Χίο (2025) και
Κερατέα (2025), ενώ τα περιστατικά που δεν έλαβαν μεγάλη έκταση είναι σχεδόν
αναρίθμητα. Σε διεθνές επίπεδο, όπως δείχνει αναλυτικά το άρθρο, υπάρχει
αντίστοιχη εμπειρία. Μάλιστα η προκαταρκτική ανάλυση της Πυροσβεστικής για τις
πυρκαγιές στην Ελλάδα το 2025, η οποία δημοσιοποιήθηκε από το Reuters, έδειξε
ότι το ηλεκτρικό δίκτυο αποτελεί την πιο πιθανή αιτία σε 15 από τις 41
μεγαλύτερες πυρκαγιές του περσινού έτους, δηλαδή περίπου στο 36,6%.
Το άρθρο της Χάρις Γιαννοπούλου θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα:
εφόσον γνωρίζουμε πλέον τους ποικίλους μηχανισμούς και τις συνθήκες που
αυξάνουν τον κίνδυνο ανάφλεξης από τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, γιατί αυτή η
γνώση δεν ενσωματώνεται πραγματικά στον σχεδιασμό και την περιβαλλοντική
αδειοδότηση των νέων ενεργειακών έργων και στην παρακολούθηση των υφιστάμενων;
Και, τελικά, είναι θεμιτή η χωροθέτηση ενεργειακών έργων και των συνοδών τους
εγκαταστάσεων σε άγρια φυσικά περιβάλλοντα, όταν συνεπάγεται τόσο μεγάλο
κίνδυνο περιβαλλοντικής καταστροφής;
Στην συνάντηση παρευρέθηκαν ο Βουλευτής Βοιωτίας Ελευθέριος
Κτιστάκης, ο Δήμαρχος Θηβαίων Γεώργιος Αναστασίου, η Αντιπεριφερειάρχης
Ανάπτυξης & Επιχειρηματικότητας Λουκία Θεοδώρου, ο Αντιδήμαρχος
Περιβάλλοντος και Ποιότητας Ζωής Δήμου Θηβαίων και Α΄ αντιπρόεδρος του
Επιμελητηρίου Βοιωτίας Νικόλαος Κοβάνης, ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου
Θήβας και μέλος του Δ.Σ. του Επιμελητηρίου Βοιωτίας Βασίλειος Γκέλης, το μέλος
του Δ.Σ. του Επιμελητηρίου Βοιωτίας Ηλίας Βόγκλης, ο πρόεδρος του Σωματείου
Εστίασης Θήβας Ιωάννης Χαρατσής, ο αντιπρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Θήβας
Νικόλαος Λεμονάκος, η επιστημονική συνεργάτιδα του Επιμελητηρίου Βοιωτίας,
δικηγόρος Γεωργία Τσώκου και ο επιχειρηματίας Γεώργιος Νόκας, ως εκπρόσωπος
επιχειρήσεων πληγεισών περιοχών.
Κοινή διαπίστωση όλων των παρευρισκομένων ήταν, ότι η
καταστροφική πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στην περιοχή της Βοιωτίας την 31 Ιουλίου
2026 και κατέστρεψε 30.900 στρέμματα, δασικών και αγροτικών εκτάσεων, έχει
σοβαρές και μακροπρόθεσμες δυσμενείς επιπτώσεις, μεταξύ άλλων και στον
παραγωγικό ιστό της περιοχής, γεγονός που δυσχεραίνει σημαντικά την οικονομική
της ανάπτυξη. Βούληση των εκπροσώπων όλων των φορέων αποτέλεσε η σύμπραξη, ώστε
οι συνέπειες αυτές να ανατραπούν άμεσα, για να αποφευχθεί η συρρίκνωση της
τοπικής οικονομίας και να επανέλθει το συντομότερο δυνατό η κανονικότητα στην
λειτουργία των επιχειρήσεων της περιοχής.
Οι παριστάμενοι αντάλλαξαν απόψεις που αφορούσαν τόσο την
αξιολόγηση της κατάστασης, όσο και προτάσεις για την διαμόρφωση ενός κοινού
άξονα διεκδικήσεων όλων των τοπικών φορέων.
Η επιλογή του στην Εθνική Ομάδα αποτελεί μια σπουδαία
προσωπική διάκριση, αλλά ταυτόχρονα και μια μεγάλη επιβράβευση της συστηματικής
δουλειάς που γίνεται εδώ και χρόνια στον ΦΕΟΘ, αναδεικνύοντας τη δυναμική και
την ποιότητα του μπάντμιντον στην πόλη της Θήβας.
Η συμμετοχή σε μια τόσο σημαντική διεθνή διοργάνωση,
εκπροσωπώντας την Ελλάδα, αποτελεί ξεχωριστή τιμή για τον ίδιο τον αθλητή, τον
σύλλογό του, τους προπονητές του και όλους όσοι στηρίζουν διαχρονικά το άθλημα.
Για τον ΦΕΟΘ, η παρουσία αθλητή του στην Εθνική Ανδρών
αποτελεί ακόμη μία απόδειξη ότι η σκληρή δουλειά, η συνέπεια, η αγωνιστικότητα
και η προσήλωση στους στόχους μπορούν να οδηγήσουν σε κορυφαίο επίπεδο.
Παράλληλα, αποτελεί μια σημαντική παρακαταθήκη για τα νέα
παιδιά της Θήβας που ασχολούνται με το μπάντμιντον και ονειρεύονται να φτάσουν
κάποια στιγμή στο υψηλότερο επίπεδο. Η επιτυχία αυτή δείχνει ότι το όνειρο της
Εθνικής Ομάδας μπορεί να ξεκινήσει από ένα γήπεδο της Θήβας.
Ο ΦΕΟΘ συγχαίρει θερμά τον αθλητή ΜΙΧΑΗΛ ΜΑΡΙΟ ΜΠΟΥΛΙΟ για
τη μεγάλη αυτή επιτυχία και του εύχεται να απολαύσει κάθε στιγμή της συμμετοχής
του στους Μεσογειακούς Αγώνες, εκπροσωπώντας με υπερηφάνεια τόσο την Ελλάδα όσο
και την πόλη της Θήβας.
Η Θήβα είναι περήφανη. Ο ΦΕΟΘ είναι περήφανος. Και το
μπάντμιντον της πόλης συνεχίζει να γράφει τη δική του ξεχωριστή ιστορία.
Με 7 αθλητές και αθλήτριες θα εκπροσωπηθεί το ελληνικό μπάντμιντον στους 20ους Μεσογειακούς Αγώνες που θα γίνουν στο Τάραντο της Ιταλίας.
🏸Την ομάδα αποτελούν οι:
✔Ευάγγελος Σταύρος Αναστασίου
✔Μάριος Μπούλιος
✔Θοδωρής Παπαδόπουλος
✔Σταμάτης Τσιγκιρδάκης
✔Ματίνα Σωτηρίου
✔Ελένη Μουτεβελίδου
✔Θεοδώρα Λαμπριανίδου
💪Καλή επιτυχία σε όλους
Τα σχολεία κλείνουν ή συρρικνώνονται. Οι νέοι φεύγουν. Τα
καφενεία λιγοστεύουν. Οι πλατείες ζωντανεύουν για λίγες ημέρες τον Αύγουστο και
ύστερα επιστρέφουν στη σιωπή. Παραδοσιακά επαγγέλματα χάνονται, η αγροτική
παραγωγή υποχωρεί, δημόσιες υπηρεσίες απομακρύνονται και μαζί τους υποχωρεί η
ίδια η κοινωνική ζωή της υπαίθρου.
Μέσα σε αυτή την πραγματικότητα πρέπει επιτέλους να πούμε
και ορισμένες δύσκολες αλήθειες για τον ρόλο των Πολιτιστικών Συλλόγων.
Γιατί όταν ένα χωριό αγωνίζεται για την ίδια του την
επιβίωση, δεν αρκεί ο Πολιτιστικός του Σύλλογος να οργανώνει ένα πανηγύρι τον
Αύγουστο.
Αν ο ρόλος του εξαντλείται εκεί, τότε δεν υπηρετεί
πραγματικά τον πολιτισμό. Διαχειρίζεται απλώς μια εκδήλωση.
Και αυτά τα δύο δεν είναι το ίδιο.
Πολιτισμός είναι αυτό που μένει όταν τελειώσει το πανηγύρι
Το πανηγύρι είναι κομμάτι της παράδοσής μας. Είναι
συνάντηση, μουσική, χορός, επιστροφή των ξενιτεμένων, ανθρώπινη επικοινωνία.
Και πρέπει να υπάρχει.
Αλλά δεν πρέπει να συγχέουμε τη γιορτή με τον πολιτισμό.
Πολιτισμός δεν είναι μόνο τα τραπέζια, τα σουβλάκια, η
ορχήστρα και τα μεγάφωνα.
Πολιτισμός είναι ό,τι μένει την επόμενη ημέρα.
Είναι το παλιό μονοπάτι που καθαρίστηκε και χαρτογραφήθηκε
ώστε να το περπατήσουν τα παιδιά μας.
Είναι η πέτρινη βρύση που σώθηκε πριν καταρρεύσει.
Είναι το παλιό σχολείο που δεν εγκαταλείφθηκε στη φθορά αλλά
μετατράπηκε σε χώρο μνήμης, δημιουργίας και συνάντησης.
Είναι οι φωτογραφίες των παππούδων μας που συγκεντρώθηκαν
και ψηφιοποιήθηκαν.
Είναι οι μαρτυρίες των ηλικιωμένων που καταγράφηκαν πριν
χαθούν για πάντα.
Είναι η ιστορία του χωριού, οι άνθρωποί του, τα επαγγέλματά
του, οι καλλιέργειες, τα τραγούδια, τα τοπωνύμια, οι παραδόσεις και οι
κοινωνικοί του αγώνες.
Είναι το τοπικό προϊόν που απέκτησε ταυτότητα και αξία.
Είναι το παιδί που έμαθε την ιστορία του τόπου του και
αισθάνθηκε ότι αυτός ο τόπος το αφορά.
Οι Σύλλογοι πρέπει να ξαναγίνουν κύτταρα της κοινωνίας
Χρειαζόμαστε ξανά Συλλόγους ζωντανούς.
Όχι Συλλόγους-σφραγίδες.
Όχι διοικήσεις που εμφανίζονται λίγο πριν από τις
καλοκαιρινές εκδηλώσεις και εξαφανίζονται μετά τον Δεκαπενταύγουστο.
Και κυρίως όχι Συλλόγους εξαρτημένους από τον εκάστοτε
Δήμαρχο, Αντιδήμαρχο, βουλευτή ή κομματικό μηχανισμό για μια επιχορήγηση, μια
εξέδρα, μερικές καρέκλες και μια φωτογραφία στην πρώτη σειρά του πανηγυριού.
Ο πολιτισμός που εξαρτάται πολιτικά παύει σιγά-σιγά να είναι
ελεύθερος πολιτισμός.
Η οικονομική συνεργασία με τους θεσμούς είναι αναγκαία. Η
πολιτική υποταγή όμως δεν είναι.
Ο πραγματικός Πολιτιστικός Σύλλογος πρέπει να μπορεί να
συνεργάζεται με τον Δήμο σήμερα και αύριο, αν χρειαστεί, να σταθεί απέναντί του
και να διεκδικήσει.
Να ζητήσει να σωθεί ένα ιστορικό κτήριο.
Να απαιτήσει καθαρό περιβάλλον.
Να υπερασπιστεί έναν δημόσιο χώρο.
Να αντιδράσει στην εγκατάλειψη του χωριού.
Να διεκδικήσει υποδομές, πολιτισμό, αθλητισμό και ποιότητα
ζωής.
Αυτό σημαίνει αδέσμευτο πολιτιστικό κίνημα.
Από τον Σύλλογο των εκδηλώσεων στον Σύλλογο της δημιουργίας
Ο Πολιτιστικός Σύλλογος του 21ου αιώνα δεν μπορεί να
λειτουργεί με τις αντιλήψεις περασμένων δεκαετιών.
Μπορεί να γίνει ένα μικρό εργαστήριο τοπικής ανάπτυξης και
κοινωνικής δημιουργίας.
Να οργανώσει ψηφιακό ιστορικό αρχείο του χωριού.
Να καταγράψει τα παλιά επαγγέλματα και τις προφορικές
μαρτυρίες.
Να δημιουργήσει λαογραφική συλλογή.
Να προστατεύσει μνημεία και τοπόσημα.
Να αναδείξει μονοπάτια, λίμνες, δάση, ποτάμια και φυσικές
διαδρομές.
Να συνδέσει τον πολιτισμό με την τοπική παραγωγή και τη
γαστρονομία.
Να οργανώσει θεατρικές, μουσικές, εικαστικές και
εκπαιδευτικές ομάδες.
Να ανοίξει χώρο στα παιδιά και στους νέους.
Να συνεργαστεί με σχολεία, επιστήμονες, πανεπιστήμια,
συλλόγους αποδήμων και παραγωγικούς φορείς.
Να αξιοποιήσει την τεχνολογία χωρίς να χάσει τη μνήμη.
Να μετατρέψει τελικά τον κάτοικο από θεατή σε ενεργό πολίτη.
Και μια ακόμη δύσκολη αλήθεια: οι νέοι δεν επιστρέφουν με
προσκλήσεις
Για χρόνια επαναλαμβάνουμε ότι «οι νέοι δεν συμμετέχουν».
Μήπως όμως πρέπει να αναρωτηθούμε και σε τι ακριβώς τους
καλούμε να συμμετάσχουν;
Σε μια κοινωνία όπου όλα είναι ήδη αποφασισμένα;
Σε διοικητικά συμβούλια που ανακυκλώνουν τα ίδια πρόσωπα;
Στη μεταφορά τραπεζιών πριν από το πανηγύρι;
Οι νέοι θα συμμετάσχουν όταν τους δώσουμε πραγματικό χώρο να
δημιουργήσουν.
Όταν ένας νέος μπορεί να προτείνει μια ιδέα και να τη δει να
γίνεται πράξη.
Όταν μπορεί να δημιουργήσει ένα ψηφιακό αρχείο, μια
περιβαλλοντική ομάδα, ένα φεστιβάλ, μια θεατρική ομάδα, μια πολιτιστική
διαδρομή, μια κοινωνική πρωτοβουλία.
Δεν χρειαζόμαστε τη νεολαία για να συνεχίσει αυτά που κάναμε
εμείς.
Τη χρειαζόμαστε για να δημιουργήσει αυτά που εμείς δεν
μπορέσαμε να φανταστούμε.
Τα χωριά δεν χρειάζονται άλλους θεατές
Η ελληνική ύπαιθρος βρίσκεται μπροστά σε ένα ιστορικό
σταυροδρόμι.
Το δημογραφικό, η εγκατάλειψη της αγροτικής παραγωγής, η
συγκέντρωση υπηρεσιών στα μεγάλα αστικά κέντρα και η αποδυνάμωση των μικρών
τοπικών κοινωνιών δημιουργούν έναν πραγματικό κίνδυνο: χωριά με σπίτια αλλά
χωρίς κοινωνία.
Και εδώ ο πολιτισμός αποκτά βαθιά κοινωνική και πολιτική
σημασία.
Όχι ως κομματική δραστηριότητα.
Αλλά ως δικαίωμα μιας κοινωνίας να υπερασπίζεται τη μνήμη,
τον χώρο και το μέλλον της.
Γι' αυτό χρειαζόμαστε ένα νέο, ενεργητικό και αδέσμευτο
πολιτιστικό κίνημα.
Ένα δίκτυο Συλλόγων που δεν θα ανταγωνίζονται ποιος έκανε το
μεγαλύτερο πανηγύρι, αλλά θα συνεργάζονται για το ποιος άνοιξε περισσότερους
δρόμους δημιουργίας.
Που θα ανταλλάσσουν ιδέες, τεχνογνωσία και δράσεις.
Που θα μπορούν να καταθέτουν προτάσεις και να διεκδικούν
πόρους χωρίς να μετατρέπονται σε πελατειακά παραρτήματα οποιασδήποτε εξουσίας.
Που θα ξαναφέρουν στο προσκήνιο την εθελοντική συμμετοχή,
την αλληλεγγύη και τη συλλογικότητα, για κοινωνική προσφορά.
Να ξαναδώσουμε νόημα στη λέξη «Σύλλογος»
Σύλλογος σημαίνει συλλογικότητα, αντί των ατομικών λύσεων.
Σημαίνει συμμετοχή.
Σημαίνει μνήμη αλλά και δημιουργία.
Σημαίνει ότι κάποιοι άνθρωποι αποφασίζουν πως δεν θα
περιμένουν παθητικά να δουν το χωριό τους να μαραζώνει.
Και ίσως αυτή να είναι σήμερα η σημαντικότερη πολιτιστική
πράξη:
να αρνηθούμε να θεωρήσουμε την παρακμή φυσιολογική.
Να μη συνηθίσουμε τα κλειστά σχολεία.
Να μη συνηθίσουμε τα εγκαταλελειμμένα σπίτια.
Να μη συνηθίσουμε τις άδειες πλατείες.
Να μη δεχτούμε ότι η ζωή του χωριού θα περιορίζεται σε
δεκαπέντε ημέρες κάθε Αύγουστο.
Το ζητούμενο δεν είναι να γεμίζει η πλατεία για μία νύχτα.
Το ζητούμενο είναι να υπάρχει χωριό για να γεμίσει η πλατεία
και αύριο.
Γι' αυτό τώρα που τα χωριά σβήνουν, είναι η ώρα να
ξαναμιλήσουμε για τον πολιτισμό.
Όχι ως διασκέδαση.
Όχι ως δημόσιες σχέσεις.
Όχι ως φωτογραφία με τους επισήμους.
Αλλά ως μνήμη, δημιουργία, αντίσταση στην εγκατάλειψη και
σχέδιο για το μέλλον.
Γιατί ο πολιτισμός δεν είναι το χειροκρότημα μιας βραδιάς.
Είναι αυτό που θα παραδώσουμε στους ανθρώπους που θα ζήσουν
εδώ όταν εμείς θα έχουμε φύγει.
Όταν η παράδοση μετατρέπεται σε ευκαιριακό θέαμα
Χρειάζεται, όμως, να ειπωθεί και μια ακόμη δύσκολη αλήθεια.
Η επιμονή σε ευκαιριακά σχήματα πολιτιστικής δράσης, τα οποία μπορεί σε άλλες
εποχές να είχαν κοινωνική αποδοχή και να ανταποκρίνονταν στις ανάγκες των
χωριών, σήμερα δεν αρκεί. Οι αποσπασματικές εκδηλώσεις που αντιμετωπίζουν τους
κατοίκους —και κυρίως τους νέους— ως θεατές και καταναλωτές ενός έτοιμου
θεάματος, αντί ως πρωταγωνιστές, δημιουργούς και συνεχιστές της πολιτιστικής
ζωής, έχουν εξαντλήσει σε μεγάλο βαθμό τη δυναμική τους. Και αυτό πρέπει να το
αναγνωρίσουμε χωρίς να αδικούμε τις φιλότιμες προσπάθειες συμπολιτών μας που
εξακολουθούν να προσφέρουν εθελοντικά χρόνο και κόπο. Το πρόβλημα δεν είναι οι
άνθρωποι· είναι ένα μοντέλο που ολοκλήρωσε τον κύκλο του.
Ακόμη σοβαρότερο είναι ότι στο όνομα της «παράδοσης»
προβάλλεται συχνά ένα μουσικό και ψυχαγωγικό προϊόν που ελάχιστη σχέση έχει με
την αυθεντική λαϊκή μας κληρονομιά. Τα εφήμερα καλοκαιρινά γλέντια των
επισκεπτών δεν μπορούν από μόνα τους να αποτελούν πολιτιστική πρόταση. Και όταν
η μουσική υποβαθμίζεται σε υπερενισχυμένο θόρυβο, εύκολη διασκέδαση και ένα
άναρθρο σκηνικό κραυγών, δεν καλλιεργεί μουσική παιδεία στη νέα γενιά ούτε
μεταφέρει τη μνήμη του τόπου. Αντίθετα, κινδυνεύει να την αποκόψει ακόμη περισσότερο
από αυτή.
Γιατί η Ρούμελη είχε και έχει δική της μουσική ταυτότητα.
Είχε το λεβέντικο ρουμελιώτικο χορό, το κλαρίνο, το δημοτικό τραγούδι, το
χοροστάσι όπου ο χορός δεν ήταν επίδειξη αλλά συλλογική έκφραση. Κάθε τραγούδι
κουβαλούσε μνήμη και κάθε χορός είχε μέτρο, ύφος και κοινωνική λειτουργία. Αυτή
η παράδοση δεν διασώζεται επειδή βαφτίζουμε «παραδοσιακό» οτιδήποτε παίζεται σε
μια πλατεία τον Αύγουστο. Η παράδοση δεν είναι ντεκόρ μιας εμπορικής βραδιάς·
είναι πολιτιστική κληρονομιά που απαιτεί γνώση, σεβασμό και συνέχεια.
Και εδώ βρίσκεται μια ακόμη μεγάλη ευθύνη των Συλλόγων. Δεν
μπορεί η συλλογική δράση να λειτουργεί ως όχημα για τις ευκαιριακές «αρπαχτές»
ορισμένων ιδιωτών, καλλιτεχνικών σχημάτων ή επιχειρηματιών της εποχικής
διασκέδασης. Όταν ο Σύλλογος περιορίζεται στον ρόλο του μεσάζοντα ανάμεσα στην
πλατεία, την εξέδρα και το ταμείο, απαξιώνεται ο ίδιος ο θεσμός της
συλλογικότητας. Το παλιό χοροστάσι της κοινότητας κινδυνεύει τότε να μετατραπεί
σε χοροστάσι της κατανάλωσης και της μέθης για το εύκολο και πρόσκαιρο κέρδος.
Δεν ζητά κανείς να σταματήσουν τα πανηγύρια ούτε να μπει η
παράδοση σε μουσείο. Το αντίθετο. Χρειάζεται να ξαναδώσουμε στο πανηγύρι την
πολιτιστική του υπόσταση: με ποιοτική δημοτική μουσική, πραγματικούς γνώστες
της παράδοσης, τοπικούς μουσικούς και χορευτές, εργαστήρια παραδοσιακής
μουσικής και χορού για παιδιά, καταγραφή των παλιών τραγουδιών και ενεργό
συμμετοχή της νέας γενιάς. Να μη φέρνουμε απλώς τους νέους μπροστά σε μια
εξέδρα· να τους δίνουμε χώρο πάνω στο χοροστάσι της δημιουργίας.
Γιατί το μεγάλο στοίχημα δεν είναι πόσα τραπέζια γέμισε μια
εκδήλωση ούτε πόσες εισπράξεις έκανε ένα βράδυ. Είναι πόσα παιδιά έμαθαν έναν
ρουμελιώτικο χορό, πόσα γνώρισαν ένα αυθεντικό δημοτικό τραγούδι, πόσα άκουσαν
την ιστορία του τόπου τους και πόσα αισθάνθηκαν ότι αυτή η πολιτιστική
κληρονομιά δεν ανήκει μόνο στους παππούδες τους — ανήκει και στα ίδια και
μπορούν να την πάνε ένα βήμα παραπέρα.
Αυτό είναι πολιτισμός με συνέχεια. Τα υπόλοιπα, όσο
επιτυχημένα κι αν φαίνονται για μια νύχτα, το επόμενο πρωί τα παίρνει μαζί της
η σκόνη της άδειας πλατείας.
Via KainourgioResaltoσ
Μια ορχήστρα, μερικά τραπέζια, σουβλάκια, χορός, μια γεμάτη
πλατεία και φωτογραφίες για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Και μετά;
Μέχρι το επόμενο καλοκαίρι σχεδόν τίποτα.
Ας το πούμε λοιπόν καθαρά:
Οι κοινοτάρχες και τα Τοπικά Συμβούλια δεν εκλέγονται για να
είναι διοργανωτές πανηγυριών.
Εκλέγονται για να εκπροσωπούν τους πολίτες, να διεκδικούν
λύσεις, να παρεμβαίνουν στα προβλήματα, να προστατεύουν την περιουσία και την
ιστορία του τόπου, να κινητοποιούν την κοινωνία και να σχεδιάζουν — όσο τους
επιτρέπουν οι αρμοδιότητές τους — το αύριο της κοινότητάς τους.
Όποιος θεωρεί ότι ο ρόλος του εξαντλείται στη διοργάνωση
μιας καλοκαιρινής εκδήλωσης, έχει αντιληφθεί πολύ μικρό μέρος της ευθύνης που
του ανέθεσαν οι κάτοικοι.
Γιατί πολιτισμός δεν είναι οι καλοκαιρινές “πολιτιστικές
εκδηλώσεις” που ζούμε στην περιοχή μας τα τελευταία χρόνια.
Είναι η ιστορία του χωριού που καταγράφεται πριν χαθεί.
Είναι τα παλιά κτίρια που προστατεύονται αντί να καταρρέουν.
Είναι τα μονοπάτια που καθαρίζονται.
Είναι οι αρχαιολογικοί και ιστορικοί χώροι που
αναδεικνύονται.
Είναι η παράδοση που περνά στα παιδιά.
Είναι η δημιουργία μιας κοινότητας που δεν περιμένει απλώς
να έρθει το καλοκαίρι για να «ζήσει».
Και κυρίως:
Είναι η δημιουργία προϋποθέσεων για να μη φύγει και ο
τελευταίος νέος.
Γιατί ένας κοινοτάρχης δεν μπορεί να εμφανίζεται μόνο όταν
υπάρχει φωτογραφική ευκαιρία.
Δεν μπορεί να θυμάται την κοινότητα μόνο όταν έρχεται η ώρα
της εκδήλωσης.
Δεν μπορεί να μετρά την επιτυχία του από το πόσα τραπέζια
γέμισαν.
Μετριέται με το τι διεκδίκησε.
Τι πέτυχε.
Πόσο καλύτερη έγινε η καθημερινότητα των κατοίκων.
Και κυρίως, αν κατάφερε να δώσει στον τόπο του, τη
δυνατότητα να ελπίζει ένα καλύτερο
αύριο.
Ένας σοβαρός κοινοτάρχης δεν περιμένει παθητικά μια
επιχορήγηση του Δήμου για να στήσει μία εκδήλωση.
Χτυπά πόρτες. Διεκδικεί χρηματοδοτήσεις. Καταθέτει
προτάσεις. Πιέζει τον Δήμο και την Περιφέρεια. Αναζητά ευρωπαϊκά και εθνικά
προγράμματα. Συνεργάζεται με συλλόγους και κατοίκους. Φέρνει τα προβλήματα της
κοινότητας στο προσκήνιο.
Και όταν χρειάζεται, συγκρούεται.
Γιατί η εκπροσώπηση μιας τοπικής κοινωνίας δεν είναι
δημόσιες σχέσεις. Είναι ευθύνη.
Δεν είναι φωτογραφίες. Είναι διεκδίκηση.
Δεν είναι χειροκρότημα. Είναι δουλειά.
Ας σταματήσουμε επιτέλους να χρησιμοποιούμε τη λέξη
«πολιτισμός» ως άλλοθι για την απλή διοργάνωση μιας ακόμη καλοκαιρινής γιορτής.
Δεν είναι κακό να υπάρχει ένα πανηγύρι.
Κακό είναι να παρουσιάζεται το πανηγύρι ως κοινοτικό έργο.
Κακό είναι να θεωρείται ότι επειδή γέμισε η πλατεία για
λίγες ώρες, γέμισε ζωή και το χωριό μας.
Τα χωριά μας χρειάζονται σχέδιο, διεκδίκηση, παρουσία, όραμα
και ανθρώπους που θα αγωνιστούν πραγματικά γι’ αυτά.
Γιατί τα χωριά παιθαίνουν όταν οι άνθρωποι που τα διοικούν
πάψουν να αγωνίζονται για το αύριό τους.
Όλα τα υπόλοιπα “πολιτιστικές εκδηλώσεις” και πανηγύρια
είναι απλώς… άρτος και θεάματα.
ΚΙΝΗΣΗ ΠΟΛΙΤΩΝ ΘΙΣΒΗΣ
Η ιστορία ξεκινά από την Παλιά Στράτα, το αρχαίο μονοπάτι
που εδώ και αιώνες αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της Αμοργού, συνδέοντας οικισμούς
και ιστορικούς τόπους. Το 2020 ένα τμήμα της, κοντά στο Μοναστήρι της Παναγίας
Χοζοβιώτισσας, διανοίχθηκε με βαριά μηχανήματα, προκαλώντας μια ανεπανόρθωτη
καταστροφή και έντονες αντιδράσεις. Μέσα στα επόμενα χρόνια έλαβαν χώρα και
άλλες μεγάλες διανοίξεις δρόμων, πολλές από τις οποίες στερούνταν νομιμότητας.
Στη συνέχεια ήρθε κάτι ακόμα μεγαλύτερο. Η δημοτική αρχή
παρουσίασε το 2022 ένα σχέδιο για τον διπλασιασμό της δυναμικότητας του
λιμανιού των Καταπόλων, ώστε να μπορούν να εξυπηρετούνται ταυτόχρονα πολλαπλά
επιβατηγά πλοία και κρουαζιερόπλοια, ενώ προβλέπονται ακόμη ένα υδατοδρόμιο και
ένας μεγάλος περιφερειακός δρόμος, ο οποίος θα περνάει κοντά από τον
προστατευόμενο αρχαιολογικό χώρο της Μινώας. Παράλληλα, η δημοτική αρχή
επιθυμεί την κατασκευή αεροδρομίου και μιας μεγάλης μαρίνας στην Αιγιάλη.
Πρόκειται για παρεμβάσεις που, αν υλοποιηθούν, θα μεταμορφώσουν συνολικά το
είδος και την κλίμακα του τουρισμού στην Αμοργό. Για αυτό, ο συγκεκριμένος
σχεδιασμός έχει ξεσηκώσει μεγάλη μερίδα των κατοίκων που έχει καταγγείλει
επανειλημμένα έκνομες ενέργειες και έχει συμμετάσχει ανελλιπώς στις
διαβουλεύσεις των έργων τονίζοντας τις αρνητικές επιπτώσεις που θα προκύψουν.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης. Η Αμοργός έχει μέχρι
σήμερα καταφέρει να αποφύγει σε μεγάλο βαθμό την υπερβολική τουριστική ανάπτυξη
που έχει αλλοιώσει άλλα νησιά των Κυκλάδων. Η άγρια φύση της, τα μονοπάτια, οι
ξερολιθιές, οι παραδοσιακοί οικισμοί και η ανθρώπινη κλίμακά της είναι ακριβώς
αυτά που την κάνουν ελκυστική. Όταν όμως αρχίζει η άνευ κριτηρίων
«τουριστικοποίηση», ένας τόπος αρχίζει σταδιακά να οργανώνεται όχι με βάση τις
ανάγκες της τοπικής κοινωνίας και τα φυσικά όρια του περιβάλλοντος, αλλά με
βάση τις ανάγκες μιας συνεχώς αυξανόμενης τουριστικής οικονομίας, η οποία
καταλήγει να μην έχει σχέση με τους κατοίκους του.
Ο φαύλος κύκλος που δημιουργείται έτσι δεν σταματάει.
Περισσότερες υποδομές προσελκύουν περισσότερο τουρισμό. Ο περισσότερος
τουρισμός δημιουργεί ανάγκη για ακόμη περισσότερες υποδομές. Μεγάλα λιμάνια,
αεροδρόμια και νέοι δρόμοι αυξάνουν την πρόσβαση. Η μεγαλύτερη πρόσβαση αυξάνει
την πίεση για περισσότερη ανάπτυξη και δόμηση. Και σταδιακά ο τόπος αλλοιώνεται
εντελώς για να μπορεί να φιλοξενήσει τον μαζικό τουρισμό, χάνοντας ακριβώς
εκείνα τα στοιχεία που τον έκαναν ξεχωριστό.
Όσον αφορά την τοπική κοινωνία, οι αλλαγές είναι δραματικές.
Η αυξημένη κυκλοφορία στους δρόμους δημιουργεί συνωστισμό και τροχαία
ατυχήματα. Ο μεγάλος όγκος των σκουπιδιών δεν είναι πλέον διαχειρίσιμος και
καταλήγει σε ανεξέλεγκτες χωματερές, που οδηγούν σε ρύπανση και πυρκαγιές. Οι
παραλίες καταλαμβάνονται από ιδιωτικά συμφέροντα που αποκλείουν τους ντόπιους.
Το νερό γίνεται ένα πανάκριβο αγαθό πολυτελείας. Οι τιμές όλων των προϊόντων
και των ενοικίων ανεβαίνουν δραματικά. Η εργασία οδηγείται σε ένα καθεστώς
υπερεκμετάλλευσης. Και οι μικρές επιχειρήσεις βιώνουν ολοένα πιο έντονα των
ανταγωνισμό μεγάλων, ξένων κεφαλαίων.
Τέλος, η ίδια η ανεξέλεγκτη δόμηση μετατρέπει το τοπίο από
παραδοσιακό/αγροτικό σε αστικό. Ο τρόπος ζωής αλλάζει και οι παραδοσιακές
κοινωνίες των νησιών χάνουν την ταυτότητα και τους δεσμούς τους. Για αυτό και
βλέπουμε οργανωμένη και μαζική αντίσταση όχι μόνο στην Αμοργό αλλά σε όλο και
περισσότερα νησιά: Στην Πάρο, κάτοικοι ανακαταλαμβάνουν τις παραλίες από
ιδιωτικά συμφέροντα και κινούνται νομικά κατά παράνομων οικοδομικών αδειών. Στη
Σαντορίνη, πάγια θέση της δημοτικής αρχής είναι "ούτε μία κλίνη παραπάνω".
Στη Μήλο, κάτοικοι και δήμος στρέφονται νομικά κατά της λαίλαπας των παράνομων
ξενοδοχείων. Στην Κέα, η δημοτική αρχή βάζει φρένο στην επέκταση και κατασκευή
νέων στρατηγικών επενδύσεων. Στη Νάξο, υπάρχουν εντονότατες διαμαρτυρίες για
την υπερτιμολόγηση του νερού για τους κατοίκους.
Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται στο άρθρο της Malek,
κανένας τόπος δεν μπορεί να ζει μόνο από τον τουρισμό και η αποκλειστική
εξάρτηση των ελληνικών νησιών από αυτόν δεν αποτελεί ασφαλή στρατηγική για το
μέλλον. O σύνδεσμος για το άρθρο βρίσκεται στο πρώτο σχόλιο στην ανάρτηση.
Η ανάπτυξη δεν είναι αυτοσκοπός. Και περισσότεροι τουρίστες
δεν σημαίνουν πάντοτε περισσότερη ευημερία.
Στην εικόνα η αρχαία πόλη της Μινώας, πάνω από τα Κατάπολα.
Ένα μοναδικό μνημείο που χρήζει προστασίας.
Η Αμερικανική Ένωση Πολιτικών Ελευθεριών και περισσότεροι
από 70 οργανισμοί έστειλαν μια επιστολή προτρέποντας τη Meta να υποσχεθεί ότι
θα αφήσουν τις λειτουργίες αναγνώρισης προσώπου έξω από τα έξυπνα γυαλιά τους,
σύμφωνα με το άρθρο. Αλλά ένας εκπρόσωπος της Meta δήλωσε ότι “δεν έχει ληφθεί
τελική απόφαση”.