Αν κάτι απεχθάνονται οι πολιτικοί στην Ελλάδα είναι τα
«εναλλακτικά σχέδια», τα «plan Β’», για να συνεννοούμαστε. Και τα απεχθάνονται
γιατί οι επιλογές κι οι αποφάσεις τους καμιά σχέση δεν έχουν με τον σχεδιασμό,
τον προγραμματισμό κι όλες αυτές τις διοικητικές διαδικασίες, που κάθε άλλο
παρά έχουν σχέση με τα ρουσφέτια και την εξυπηρέτηση κομματικών πελατειών, αλλά
αντιθέτως εισάγουν τον ορθολογισμό, την πρόβλεψη και τον έλεγχο στην άσκηση των
πολιτικών τους. Οι εξελίξεις από τον περασμένο Μάρτιο, οπότε η τρόικα έθεσε
επιτακτικά το θέμα της απομάκρυνσης μερικών χιλιάδων υπαλλήλων, αποτελούν την
θλιβερή απόδειξη της διαπίστωσης.
Η εναγώνια αναζήτηση του τελευταίου
διαστήματος για υπαλλήλους κι εργαζομένους στο δημόσιο προς απόλυση, μετακίνηση
κ.ο.κ., φανερώνει ότι όχι μόνο σχέδιο δεν υπήρξε, αλλά ούτε κάν στοιχειώδης
μέριμνα και πρόνοια, ώστε να αποτυπωθούν σ’ ένα κομμάτι χαρτί πέντε αξιόπιστα
σενάρια άμεσης εφαρμογής.
Άραγε, πού είναι οι 150.000 συνταξιοδοτήσεις που θα
προέκυπταν μέχρι το 2015, όπως υποστήριζε μετ’ επιτάσεως μάλιστα κάποιος προ
του Αντώνη Μανιτάκη υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης; Παρουσιάστηκαν έκτοτε
οποιαδήποτε αξιόπιστα και τεκμηριωμένα στοιχεία που ν’ αποδεικνύουν, ότι
πράγματι οι προς συνταξιοδότηση υπάλληλοι ανέρχονται σ’ αυτό τον αριθμό, οπότε
να ησυχάσουμε όλοι; Ασφαλώς και όχι. Τουναντίον, κάθε φορά που ετίθετο θέμα
απομάκρυνσης ή μετακίνησης υπαλλήλων ανακαλύπτονταν απ’ τους αρμοδίους κι από
μια νέα κατηγορία. Να οι επίορκοι, να οι κοπανατζήδες, να ετούτοι, να κι οι
άλλοι.
Μετά το βίαιο κλείσιμο της ΕΡΤ, παιχνιδίζουμε και με άλλες
κατηγορίες υπαλλήλων λες και πρόκειται για ασκήσεις επί χάρτου ή τρόπο
ψυχαγωγίας. Πότε με τους καθηγητές πληροφορικής, πότε με τους φύλακες των
σχολείων και πότε με τη δημοτική αστυνομία. Αστεία πράγματα, αλλά πολύ σοβαρά
όταν πρόκειται για κυβερνητικές αποφάσεις που αφορούν εργαζόμενους. Έστω κι αν
όλοι αυτοί μετακινηθούν εν μία νυκτί, λύθηκε το πρόβλημα του δημοσίου; Ασφαλώς
όχι. Υπαλληλικές σχέσεις κι ανθρώπινες ζωές ανακατεύονται απλώς και μπερδεύονται
σ’ ένα κουβάρι απελπισίας, που μόνο τον εκσυγχρονισμό και τη μεταρρύθμιση δεν
σηματοδοτεί, επιτείνοντας ταυτόχρονα και την εργασιακή ανασφάλεια στο δημόσιο,
τη στασιμότητα, την παθητικότητα και την αδράνεια.
Πώς να προχωρήσει άλλωστε η όποια διαδικασία διοικητικής
μεταρρύθμισης, όταν η ίδια η κυβέρνηση δεν έχει ξεκαθαρίσει με ποιο σχήμα θα
επιχειρήσει τη διακυβέρνηση της χώρας. Όταν υπουργεία απ’ τη μια συμπτύσσονται
σε υπερτροφικούς γραφειοκρατικούς γίγαντες αναποτελεσματικότητας κι απ’ την άλλη
αναδημιουργούνται οιονεί υπουργεία που οι αρμοδιότητές τους αναζητούνται εκ των
ενόντων για να δημιουργηθεί μόνο και μόνο η υπουργική καρέκλα. Όταν όλος ο
καυγάς είναι τι θα γράφει η «γαρνιτούρα» στην ταμπέλα π.χ. του υπουργείου
Παιδείας, «Δια βίου Μάθησης» ο ένας, «και Θρησκευμάτων» -σταθερά- ο άλλος.
Μπορείς με τέτοιου είδους «αλλαγές» να υποστηρίξεις ότι υποστηρίζεις σοβαρά την
υπόθεση της διοικητικής μεταρρύθμισης; Ούτε για πλάκα.
Υπάρχει άραγε ο αναγκαίος χρόνος ως το Σεπτέμβριο, ώστε η
σοβαρότητα να επιστρέψει κι ευθύνη να τοποθετηθεί στο επίκεντρο των επιλογών
για την τύχη του δημοσίου; Υπάρχει, δύσκολα, κοπιαστικά αλλά υπάρχει. Τα
οργανογράμματα των δημοσίων υπηρεσιών απ’ τις επιτροπές που είχαν συσταθεί
είναι απ’ τον περασμένο Οκτώβριο έτοιμα. Να εκδοθούν τα σχετικά προεδρικά
διατάγματα για όλα τα υπουργεία άμεσα. Να τοποθετηθούν οι υπάλληλοι και μετά ν’
αρχίσουν ανά Υπουργείο οι κρίσεις. Βέβαια, υπάρχουν κι οι πιέσεις για
«τακτοποιήσεις» που πρέπει να γίνουν, εφόσον διάφοροι δεν συμφωνούν με τις εισηγήσεις
των επιτροπών κι έχει αρχίσει ένα μεγάλο «μαγείρεμα» με τη σύσταση άλλων
επιτροπών σε διάφορα υπουργεία για τη διάσωση διευθύνσεων και μονάδων στο όνομα
–κι αυτές– της αναδιοργάνωσης.
Δεν χρειάζεται να ξαναρχίσουν όλα απ’ την αρχή.
Ας προχωρήσει με αποφασιστικότητα η εφαρμογή των σχεδίων
οργανισμών κι οι υπηρεσίες του διοικητικής μεταρρύθμισης, ας συντονίσουν σε
βάθος χρόνου μια διαδικασία εκπόνησης τυχόν διορθώσεων ανά υπουργείο. Δεν μπορεί στο όνομα της
τελειότητας να μην γίνεται τίποτε και να κρατούνται όμηροι οι εργαζόμενοι. Ούτε
στο όνομα της αντικειμενικότητας να έχουν αποψιλωθεί όλες οι υπηρεσίες από
προϊσταμένους που να έχουν κριθεί στοιχειωδώς από υπηρεσιακά συμβούλια. Από
«κριτήρια» και «αξιολογήσεις» βρωμάει η οικουμένη κι εμείς για το θέμα αυτό,
εδώ και τρία χρόνια, ανακαλύπτουμε και πάλι την πυρίτιδα.
Τούτη την ύστατη για το δημόσιο ώρα δεν επιτρέπεται κανένας
να αδρανεί ψάχνοντας τάχα ευέλικτα σχέδια και μαγικές φόρμουλες για την
εξυγίανση του δημοσίου σε ξένα περιοδικά κι εγκυκλοπαίδειες ή σε επιτροπές και
φόρουμ εργασίας. Τέλεια σχέδια και απόλυτες δομές δεν υπάρχουν, γι’ αυτό
άλλωστε παντού στον κόσμο υπάρχουν τα «plan Β». Μόνο στη χώρα μας κλώθουμε και
τραινάρουμε τις όποιες σχεδιασμένες αποφάσεις για το δημόσιο, νομίζοντας ότι
έτσι αποφεύγεται η χρέωση του πολιτικού κόστους και το «φόρτωμα» όλων των
στραβών στους «ξένους».
Δυστυχώς, είναι επιπόλαιες, κοντόφθαλμες, αλλά κι
επικίνδυνες αυτές οι επιλογές, αφού όχι μόνο διατηρούν υψηλά το δείκτη
αφερεγγυότητας της κυβέρνησης για να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις, αλλά
συντηρούν τον προβληματισμό για το ενδεχόμενο μιας άτακτης και παταγώδους
αποτυχίας ανασυγκρότησης, όχι μόνο του δημοσίου, αλλά κι ολόκληρης της χώρας.
Όταν δεν υπάρχει στην ουσία «plan Α'», το «plan Β'» φαντάζει
απλησίαστη πολυτέλεια. Αλλά μέχρι πότε;
ΠΗΓΗ http://pliktro.blogspot.gr/

Δημοσίευση σχολίου