Με αφορμή όλη αυτή την έξαρση των δημοσιευμάτων, τις διαρροές και τις επικοινωνιακές επιθέσεις που βαφτίζουν «συνωμοσία» ή «τορπίλη» κάθε δημόσια τοποθέτηση καταξιωμένων πολιτικών όπως για παράδειγμα του Αντώνη Σαμαρά, νομίζω πως αποκαλύπτεται κάτι πολύ βαθύτερο, κι αυτό δεν είναι άλλο από την αμηχανία και τον πανικό του πολιτικού συστήματος. Αντί να καθίσουν να απαντήσουν στην ουσία των όσων λέγονται, βλέπουμε να επιστρατεύεται η γνωστή τακτική της απαξίωσης. Κι αυτό δείχνει καθαρά πως η ένταση της αντίδρασης δεν είναι ισχύς, αλλά ο φόβος απέναντι στον ουσιαστικό διάλογο.
Στην Ελλάδα του 2026, η πραγματική διαχωριστική γραμμή δεν
περνά ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά. Περνά ανάμεσα σε εκείνους που
εξακολουθούν να αναρωτιούνται τι πήγε στραβά στη χώρα και σε εκείνους που έχουν
επενδύσει πολιτικά στην απαγόρευση κάθε τέτοιου ερωτήματος. Ανήκουν σε μια
κατηγορία εξουσίας που δεν αντέχει τον προβληματισμό, γιατί ο προβληματισμός
γεννά σύγκριση και η σύγκριση παράγει λογοδοσία.
Γι' αυτό και κάθε δημόσια παρέμβαση καταξιωμένων πολιτικών
προσώπων προκαλεί τέτοια νευρικότητα. Πριν ακόμη διατυπωθεί το πολιτικό
επιχείρημα, ενεργοποιούνται μηχανισμοί απαξίωσης, διαρροές, χαρακτηρισμοί και
σενάρια.
Δεν απαντούν στην ουσία. Επιχειρούν να ακυρώσουν τον φορέα
της. Όταν ένα σύστημα αδυνατεί να αντιμετωπίσει έναν λόγο πολιτικά, προσπαθεί
να τον εξουδετερώσει επικοινωνιακά.
Το φαινόμενο δεν αφορά μόνο τον Σαμαρά. Αφορά τη βαθύτερη
παθολογία του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Ένα σύστημα που επί χρόνια έμαθε
να συγχέει την επικοινωνία με τη διακυβέρνηση, την εικόνα με την ουσία και τη
διαχείριση των εντυπώσεων με την παραγωγή αποτελέσματος. Η πολιτική μετατράπηκε
σταδιακά σε μηχανισμό ελέγχου της αφήγησης και όχι της πραγματικότητας.
Το αποτέλεσμα είναι μια χώρα που συχνά μοιάζει να λειτουργεί
ως προσομοίωση κανονικότητας. Διαθέτουμε θεσμούς, αλλά όχι πάντοτε θεσμική
κουλτούρα. Διαθέτουμε διαδικασίες, αλλά όχι πάντοτε λογοδοσία.
Διαθέτουμε δημοκρατικούς τύπους, αλλά ολοένα λιγότερη ανοχή
στην ουσιαστική διαφωνία. Και κάθε φωνή που υπενθυμίζει αυτή την αντίφαση
αντιμετωπίζεται ως πρόβλημα προς εξουδετέρωση.
Πίσω από αυτή τη νευρικότητα κρύβεται ένα ακόμη βαθύτερο
ζήτημα, η κρίση ταυτότητας, δηλαδή, του ελληνικού πολιτικού κόσμου. Για
δεκαετίες η χώρα κυβερνάται μεταξύ μιμητισμού και ενοχής. Ένα μέρος των ελίτ
αντιμετωπίζει οτιδήποτε αυθεντικά ελληνικό ως ύποπτο επαρχιωτισμό και οτιδήποτε
ξενόφερτο ως αυτονόητη πρόοδο.
Έτσι διαμορφώθηκε μια εξουσία που συχνά ενδιαφέρεται
περισσότερο να γίνεται αποδεκτή από τα κέντρα επιρροής του εξωτερικού παρά να
κατανοεί τα αντανακλαστικά της ίδιας της κοινωνίας.
Αυτό είναι και το μεγάλο έλλειμμα της μεταπολιτευτικής
Ελλάδας. Δεν χάσαμε μόνο παραγωγικές δυνατότητες ή δημογραφική ισχύ. Χάσαμε
σταδιακά την αυτοπεποίθησή μας. Μάθαμε να αμφισβητούμε διαρκώς τον εαυτό μας,
αλλά σπάνια να αξιολογούμε κριτικά εκείνους που μας ζητούν να τον
εγκαταλείψουμε.
Γι' αυτό και η δημόσια συζήτηση κατέληξε να κυριαρχείται από
υπερβολές. Όποιος διαθέτει βεβαιότητα δεν χρειάζεται υστερία. Όποιος αισθάνεται
πολιτικά ασφαλής δεν έχει ανάγκη από μηχανισμούς δαιμονοποίησης. Η προπαγάνδα
δεν είναι ένδειξη δύναμης. Είναι συνήθως το τελευταίο καταφύγιο ενός συστήματος
που φοβάται ότι χάνει την πνευματική και πολιτική του ηγεμονία.
Η αληθινή δημοκρατία, όμως, δεν οικοδομείται πάνω στη σιωπή
ούτε στην ομοφωνία. Οικοδομείται πάνω στη σύγκρουση ιδεών. Και η μεγαλύτερη
απειλή για μια δημοκρατία δεν είναι η διαφωνία. Είναι η συστηματική απαξίωση
της.
Γι' αυτό το πραγματικό ερώτημα που θέτει κάθε τέτοια
παρέμβαση δεν είναι τι επιδιώκει ο κάθε Σαμαράς. Το πραγματικό ερώτημα είναι
γιατί ένα ολόκληρο πολιτικό και επικοινωνιακό σύστημα φοβάται τόσο πολύ να
συζητήσει αυτά που λέει.
Γιατί πολλές φορές η ένταση της αντίδρασης αποκαλύπτει
περισσότερα από την ίδια την κριτική. Και τότε ο καθρέφτης γίνεται επικίνδυνος.
Όχι για εκείνον που τον κρατά, αλλά για εκείνον που αναγκάζεται να κοιτάξει
μέσα του.


Δημοσίευση σχολίου