Η απόφαση του ΣτΕ δεν κλείνει τον αγώνα.Οι διεκδικίσεις
συνεχίζονται με τον κοινό αγώνα εργαζομένων και συνταξιούχων.
Η πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της
Επικρατείας, με την οποία κρίθηκε συνταγματική η μη επαναφορά των επιδομάτων
εορτών και αδείας στους δημοσίους υπαλλήλους, αποτελεί μια αρνητική εξέλιξη για
τους εργαζόμενους στο Δημόσιο και συνολικά για τον κόσμο της εργασίας και τους
συνταξιούχους.
Με την απόφαση 1201/2026, η Ολομέλεια του ΣτΕ αποδέχεται
ουσιαστικά ότι η κατάργηση του 13ου και του 14ου μισθού, η οποία επιβλήθηκε στα
χρόνια των μνημονίων, μπορεί να παραμένει σε ισχύ επ’ αόριστον, επικαλούμενη τη
δημοσιονομική ευστάθεια και τα περιθώρια επιλογής του νομοθέτη.
Πρόκειται για ένα σκεπτικό που προκαλεί σοβαρά ερωτήματα.
Οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να αποδεχθούν ότι, δεκατέσσερα
και πλέον χρόνια μετά την επιβολή των μνημονιακών περικοπών, οι θυσίες τους
εξακολουθούν να θεωρούνται «αναγκαίες» στο όνομα της δημοσιονομικής
σταθερότητας. Δεν μπορούν να αποδεχθούν ότι η οικονομία, οι προϋπολογισμοί και
οι δημοσιονομικοί στόχοι αποτελούν διαρκώς το επιχείρημα για τη διατήρηση των
περικοπών στους μισθούς και τις συντάξεις.
Ιδιαίτερα προβληματικό είναι το γεγονός ότι το δικαστήριο
θεωρεί πως η μη επαναφορά των δύο επιπλέον μισθών δεν θέτει σε κίνδυνο την
αξιοπρεπή διαβίωση των δημοσίων υπαλλήλων. Η πραγματικότητα, όμως, που βιώνουν
καθημερινά οι εργαζόμενοι είναι εντελώς διαφορετική.
Η ακρίβεια, η εκτόξευση του κόστους στέγασης, της ενέργειας
και των βασικών αγαθών, η φορολογική επιβάρυνση και η συνεχιζόμενη μείωση της
αγοραστικής δύναμης έχουν διαμορφώσει συνθήκες διαρκούς οικονομικής πίεσης για
χιλιάδες εργαζόμενους και συνταξιούχους. Οι μισθοί και οι συντάξεις δεν μπορούν
να κρίνονται μόνο με δημοσιονομικούς πίνακες και στατιστικές, αλλά με βάση τις
πραγματικές ανάγκες της ζωής.
Η επίκληση, μάλιστα, της διαφορετικής θέσης των δημοσίων
υπαλλήλων σε σχέση με τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, ώστε να
δικαιολογείται η διαφορετική μεταχείριση ως προς τον 13ο και 14ο μισθό, δεν
μπορεί να αποτελεί απάντηση στο αίτημα για ίση και δίκαιη αντιμετώπιση των
εργαζομένων.
Ιδιαίτερα σήμερα, το επιχείρημα αυτό γίνεται ακόμη πιο
αδύναμο, καθώς ο κατώτατος μισθός ρυθμίζεται πλέον με ενιαίο τρόπο για
εργαζόμενους στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα. Η ίδια η πολιτεία, δηλαδή,
αναγνωρίζει στην πράξη ότι υπάρχει κοινό πεδίο και ενιαίος τρόπος ρύθμισης
βασικών μισθολογικών ζητημάτων για τους εργαζόμενους, ανεξάρτητα από το αν
εργάζονται στον δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα. Δεν μπορεί, επομένως, από τη μία
πλευρά να θεσπίζεται ενιαία ρύθμιση για τον κατώτατο μισθό και από την άλλη να
προβάλλεται η διαφορετική εργασιακή σχέση ως επαρκής λόγος για τη διατήρηση
μιας τόσο σοβαρής μισθολογικής ανισότητας, όπως είναι η στέρηση του 13ου και
του 14ου μισθού από τους δημοσίους υπαλλήλους, όταν οι εργαζόμενοι στον
ιδιωτικό τομέα εξακολουθούν να λαμβάνουν τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα και το
επίδομα αδείας.
Η διαφοροποίηση αυτή δεν αφορά κάποια δευτερεύουσα ή ειδική
παροχή, αλλά ένα ουσιαστικό μέρος του ετήσιου εισοδήματος των εργαζομένων. Η
ανάγκη για αξιοπρεπή διαβίωση, η αντιμετώπιση της ακρίβειας και η προστασία της
αγοραστικής δύναμης δεν διαφοροποιούνται ανάλογα με το αν κάποιος εργάζεται
στον δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα.
Αξίζει δε να σημειωθεί ότι έξι μέλη του Δικαστηρίου
διατύπωσαν μειοψηφική άποψη στο ζήτημα της παραβίασης της αρχής της ισότητας,
γεγονός που αναδεικνύει ότι ούτε στο εσωτερικό του ίδιου του Δικαστηρίου υπήρξε
απόλυτη συμφωνία.
Η απόφαση αυτή αποδεικνύει, για ακόμη μία φορά, ότι οι
μεγάλες κατακτήσεις των εργαζομένων δεν εξασφαλίζονται μέσα στις δικαστικές
αίθουσες. Η δικαστική διεκδίκηση μπορεί να αποτελεί ένα μέσο του αγώνα, δεν
μπορεί όμως να υποκαταστήσει τη συλλογική πάλη, τη συνδικαλιστική δράση και την
οργανωμένη διεκδίκηση.
Ο αγώνας για τον 13ο και 14ο μισθό είναι κοινός με τον αγώνα
για την 13η και 14η σύνταξη
Η σημερινή εξέλιξη αφορά άμεσα όχι μόνο τους εν ενεργεία
δημοσίους υπαλλήλους, αλλά και τους συνταξιούχους. Η κατάργηση του 13ου και
14ου μισθού και η κατάργηση των δώρων και των αντίστοιχων πρόσθετων
συνταξιοδοτικών παροχών αποτέλεσαν μέρος της ίδιας πολιτικής: της πολιτικής που
φόρτωσε το βάρος της οικονομικής κρίσης στους εργαζόμενους και στους
συνταξιούχους.
Γι’ αυτό και ο αγώνας για:
Την πλήρη επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού για όλους τους
εργαζόμενους.
Την επαναφορά της 13ης και 14ης σύνταξης.
Την κατάργηση όλων των μνημονιακών περικοπών σε μισθούς και
συντάξεις.
Τις πραγματικές αυξήσεις που να καλύπτουν την απώλεια
εισοδήματος και την ακρίβεια και
Την προστασία της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων και
των συνταξιούχων,
είναι ένας κοινός και ενιαίος αγώνας.
Δεν δεχόμαστε να παρουσιάζονται ως «δημοσιονομικό κόστος» οι
ανάγκες και τα δικαιώματα των εργαζομένων και των συνταξιούχων, την ίδια ώρα
που υπάρχουν τεράστιοι πόροι και πολιτικές επιλογές για άλλες προτεραιότητες.
Την ώρα που το μεγάλο κεφάλαιο θησαυρίζει και τα κέρδη των επιχειρηματικών
ομίλων αυξάνονται, οι στρατιωτικές δαπάνες εκτοξεύονται σε ολόκληρη την Ευρώπη
στο όνομα του δήθεν «ρωσικού κινδύνου». Εκατοντάδες δισεκατομμύρια
κατευθύνονται στους πολεμικούς εξοπλισμούς και στην πολεμική προετοιμασία του
ΝΑΤΟ και της ΕΕ, στο πλαίσιο μιας επικίνδυνης αντιπαράθεσης που έχει ως στόχο
τη γεωπολιτική και οικονομική περικύκλωση, την αποδυνάμωση και, τελικά, τον
διαμελισμό της Ρωσίας.
Την ίδια στιγμή, οι λαοί καλούνται να πληρώσουν το κόστος
αυτών των ανταγωνισμών με περικοπές σε μισθούς, συντάξεις και κοινωνικές
δαπάνες, με ακρίβεια και λιτότητα. Η πολεμική εμπλοκή στην Ουκρανία και η
κλιμάκωση της αντιπαράθεσης αξιοποιούνται από τις κυρίαρχες δυνάμεις της ΕΕ και
του ΝΑΤΟ ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας αναδιανομής αγορών, σφαιρών
επιρροής και πηγών πλούτου, αλλά και ως διέξοδος από τις αντιφάσεις και την
κρίση του καπιταλιστικού συστήματος. Για τα δικαιώματα των εργαζομένων και των
συνταξιούχων, λένε ότι «δεν υπάρχουν χρήματα». Για τους πολεμικούς εξοπλισμούς,
τις επιχειρηματικές επιδοτήσεις και τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου,
βρίσκονται πάντοτε δισεκατομμύρια. Γι’ αυτό ο αγώνας για μισθούς, συντάξεις και
αξιοπρεπή ζωή συνδέεται άμεσα με την πάλη ενάντια στην πολεμική οικονομία και
την εμπλοκή της χώρας στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.
Η οικονομική πολιτική δεν είναι μονόδρομος. Οι
προϋπολογισμοί αποτυπώνουν πολιτικές επιλογές. Οι εργαζόμενοι και οι
συνταξιούχοι έχουν δικαίωμα να απαιτούν διαφορετικές προτεραιότητες: ενίσχυση
των μισθών και των συντάξεων, προστασία του εισοδήματος και αξιοπρεπή διαβίωση.
Η απόφαση του ΣτΕ δεν πρέπει να οδηγήσει σε απογοήτευση και
παραίτηση. Αντίθετα, πρέπει να αποτελέσει ένα ακόμη μήνυμα ότι τίποτα δεν
χαρίζεται και ότι καμία δικαστική ή κυβερνητική απόφαση δεν μπορεί να ακυρώσει
το δικαίωμα των εργαζομένων και των συνταξιούχων να διεκδικούν.
Ο αγώνας για την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού και της
13ης και 14ης σύνταξης συνεχίζεται και κλιμακώνεται και ενόψει των συλλαλητηρίων για τη ΔΕΘ στις 5 Σεπτέμβρη
2026.
Δημοσίευση σχολίου